Περιφέρεια Αττικής και εορτασμός της απελευθέρωσης των Αθηνών – Πέρα από το ΟΧΙ του εθνοκεντρισμού μας

Πολλά τα «ελληνικά παράδοξα», όπως στην Ευρώπη συνηθίζουν να τα ονομάζουν. Ένα εξ αυτών, το γεγονός πως η ημερομηνία της Απελευθέρωσης των Αθηνών περνά απαρατήρητη, όπως και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, που τηρούν ένα εν πολλοίς κοινό μοτίβο εορτασμών και μνήμης για τα σημεία αναφοράς της περιόδου εκείνης που σημάδεψε την ήπειρό μας.

Στη χώρα μας έχουμε επιλέξει να γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου, η οποία, παρόλο που -και θα χρησιμοποιήσω τη φράση που είχε το βιβλίο Ιστορίας του αγοριού μου «οι Έλληνες έγραψαν μία από τις πιο λαμπρές σελίδες στην ιστορία τους, το έπος του 40»-  ξεκίνησε νικηφόρα, κατέληξε με την επίθεση των Γερμανών και την κατάληψη της Ελλάδας από τις δυνάμεις του άξονα.

Γιατί, λοιπόν, δεν εορτάζουμε το τέλος της Κατοχής, των τριάμισι χρόνων δηλαδή που σημαδεύτηκαν από την πείνα, τη βαρβαρότητα των ναζιστικών στρατευμάτων αλλά και την ανάπτυξη ενός από τα μαζικότερα και μαχητικότερα κινήματα αντίστασης στην κατεχόμενη Ευρώπη;

Οι λόγοι είναι πολλοί: στην Ευρώπη το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου συνοδεύτηκε από την ελπίδα για ειρήνη, κοινωνική ευημερία και ανάπτυξη. Στην Ελλάδα, σχεδόν δύο μήνες μετά την απελευθέρωση, η Αθήνα μετατράπηκε σε πεδίο μιας βίαιης εμφύλιας σύγκρουσης. Τα Δεκεμβριανά επισκίασαν την ευφορία της απελευθέρωσης και στην ουσία έκλεισαν έναν κύκλο εμφύλιων συγκρούσεων που είχαν ξεκινήσει στην κατεχόμενη Ελλάδα το 1943.

Το ίδιο, εν μέρει, ισχύει και για την 8η Μαίου. Την ώρα που η υπόλοιπη Ευρώπη πανηγύριζε, στην Ελλάδα παραστρατιωτικές ομάδες είχαν ήδη εξαπολύσει ένα κύμα βίας και τρομοκρατίας κατά των μελών της εαμικής Αντίστασης, ενώ στην Αθήνα η κοινή γνώμη έμενε εμβρόντητη από τη σκανδαλώδη ευμένεια που επεδείκνυε η Δικαιοσύνη και ο πολιτικός κόσμος απέναντι στους «μεγάλους» δωσίλογους.

Επίσης, στην Ελλάδα οι εθνικές επέτειοι απηχούν και συνεχίζουν να καλλιεργούν την αντίληψη της «εθνικής ιδιαιτερότητας». Δε μας αρέσουν οι επέτειοι που αναδεικνύουν το κοινό παρελθόν που συνδέει τους Έλληνες με άλλους λαούς της Ευρώπης, με κοινή μοίρα και κοινούς αγώνες.

Είναι καιρός να δούμε το παρελθόν μας ως κομμάτι της ευρύτερης ευρωπαϊκής Ιστορίας πέρα από τα διχοτομικά σχήματα «εμείς» και οι «άλλοι», και είναι αναγκαίο πλέον να δούμε την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου όχι ως ευκαιρία εθνικής αυτοεπιβεβαίωσης, αλλά ως αφορμή για να ξανασκεφτούμε τι προκάλεσαν ο φασισμός και ο ναζισμός στη χώρα μας αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ειδικά σήμερα, όταν το νεοναζιστικό μόρφωμα έχει εγκαθιδρυθεί ως τρίτη δύναμη στο Κοινοβούλιο και θιασώτες συνωμοσιολογίας και υμνητές ακραίων αντισημιτικών θέσεων υπουργοποιούνται, έστω και για λίγες ώρες.

Είναι τόσο εντυπωμένη στην κουλτούρα μας η ανάγκη της αυτοεπιβαλλόμενης λήθης αντί της διδακτικής αξιοποίησης της επώδυνης μνήμης, που προτιμούμε σαν κοινωνία να προάγουμε την αναπαραγωγή εθνοκεντρικής υπεραξίας -άχρηστης στην εποχή της παγκοσμιοποίησης-, αντί ενός ειλικρινούς, λυτρωτικού και απελευθερωτικού διαλόγου με αντικείμενο τα εθνικά μας πάθη, λάθη, διχασμούς. Ένας διάλογος που όμως, αν συντελείτο, θα έσπαγε τα ψυχολογικά δεσμά της εθνικής μας εσωστρέφειας και θα μας επέτρεπε να βιώσουμε την αίσθηση της συλλογικότητας και του συνανήκειν, υπερβαίνοντας τα εθνικά μας συμπλέγματα, ανασηκώνοντας βάρη από μέσα μας, που όσο τα κουβαλάμε, δε μας καθιστούν τίποτε άλλο παρά ένα αγοραφοβικό έθνος που κουβαλά τα μπαγκάζια εθνικών τραγωδιών και που παριστάνοντας αυτοϊκανοποιούμενο πως φορά τον μανδύα του εκλεκτού, δεν περνά ποτέ στην πραγματικότητα της άλλης πλευράς του τοίχου του σπιτιού του.

Σε αυτό το πλαίσιο ο Κεντρικός Τομέας της Περιφέρειας Αττικής, σε συνεργασία με την ΕΡΤ,  το Δήμο Αθήνας και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους και υπό την αιγίδα της Προεδρίας της Δημοκρατίας πήρε την πρωτοβουλία του εορτασμού που θα λάβει χώρα για πρώτη φορά, μέσα από σειρά δράσεων ιστορικής μνήμης. Οι δράσεις περιλαμβάνουν εκθέσεις, σήμανση κτιρίων και τόπων ιστορικής σημασίας στο κέντρο της πρωτεύουσας (τοπόσημα), ιστορικό περίπατο για την περίοδο της Κατοχής, θεματικά σενάρια για εκπαιδευτική χρήση, τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά σποτ, καθώς και τη δημιουργία ιστότοπου για την προβολή των εκδηλώσεων αλλά και για την ελεύθερη πρόσβαση από πολίτες και φορείς σε αρχειακό, οπτικοακουστικό και εκπαιδευτικό υλικό.

Advertisements

Με αφορμή μία ψήφο που έλειψε: Περιφερειακός Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης

Η συζήτηση για τον Ombudsperson, και δράττομαι της ευκαιρίας να χρησιμοποιήσω έναν όρο που έχω προτείνει στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο οποίος αντανακλά τις νέες πραγματικότητες και η χώρα μας είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, των θεσμών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι μακρά.

Με το ψήφισμα 81 (1999) του Κογκρέσου των τοπικών και περιφερειακών Αρχών της Ευρώπης αναδείχθηκε η ανάγκη για τον ρόλο των Περιφερειακών διαμεσολαβητών/Δικηγόρων.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Ιούνη του 2009, έθεσε το ευρύτερο πλαίσιο λειτουργίας των βαθμίδων της τοπικής αυτοδιοίκησης, ως τον θεσμό εκείνο που βάσει των Αρχών της εγγύτητας και της αποκέντρωσης οφείλει να εξασφαλίσει τη χρηστή διακυβέρνηση, την εποπτεία και τον έλεγχο, να διασφαλίσει την κοινωνική συνοχή, να ενισχύσει τα δικαιώματα του πολίτη και τον ρόλο του. Στη συνέχεια, η Ολομέλεια της Επιτροπής των περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης προχώρησε στη υιοθέτηση του μοντέλου της «Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης» στην άσκηση της ευρωπαϊκής πολιτικής καθώς η τοπική αυτοδιοίκηση καλείται να εφαρμόσει την πλειονότητα της κοινοτικής νομοθεσίας.

Ο Ν 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης-πρόγραμμα Καλλικράτης» αποσκοπούσε στην ανασυγκρότηση των δύο βαθμών αυτοδιοίκησης προκειμένου να μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες ευρωπαϊκής προκλήσεις και στη συνταγματική επιταγή για διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.

Ο Καλλικράτης ήταν ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, το οποίο όμως φτιάχτηκε σε άλλες εποχές και προσέκρουε σε ζητήματα συνταγματικότητας, αρκετές φορές και προσχηματικά, καθώς αντιμετώπιζε την άρνηση της κεντρικής Διοίκησης να παραχωρήσει αρμοδιότητες.

Μετά από 4 χρόνια εφαρμογής και με την κλιμακούμενη οικονομική κρίση, χρήζει τροποποιήσεων που θα τον καταστήσουν πιο λειτουργικό στις νέες συνθήκες.

Στο αρ. 17 του Καλλικράτη γίνεται λόγος για τον «Περιφερειακό Συμπαραστάτη του πολίτη και της Περιφέρειας», του Οργάνου εσωτερικής και επιτόπιας καταπολέμησης της κακοδιοίκησης και διαμεσολάβησης μεταξύ πολιτών και Περιφερειακής Αρχής. Πρόκειται για έναν οιωνεί ελεγκτικό μηχανισμό στις σχέσεις πολίτη με τις Υπηρεσίες της Περιφέρειας και νομικών προσώπων και επιχειρήσεων που στοχεύει στην αποσυμφόρηση της Περιφέρειας με εξοικονόμηση πόρων, χρημάτων χρόνου και διαδικασιών.

Βάσει της Έκθεσης του Συνηγόρου του Πολίτη κακοδιαχείριση είναι και η υποστελέχωση των Υπηρεσιών, η άγνοια νόμων που καλούνται να εφαρμόσουν οι υπάλληλοι, η κακή συμπεριφορά, οι ελλιπείς υποδομές, αλλά και η μεροληψία.

Σημαντικό είναι να έχουμε κατά νου ότι ο Περιφερειακός Συμπαραστάτης δεν έχει κανονιστική εξουσία και η ασκούμενη πολιτική παραμένει στη/στον περιφερειάρχη και το περιφερειακό Συμβούλιο

Η Παρέμβαση για την Αττική στηρίζει το θεσμό και κρίνει ότι είναι εξαιρετικά χρήσιμος και απαραίτητος στην περιφέρεια Αττικής, αφού πρόκειται γα την μεγαλύτερη περιφέρεια της χώρας με ιδιαίτερα διευρυμένες αρμοδιότητες δυσκολίες οι οποίες επιτείνονται από την πολυνομία.

Παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρουν τις συζητήσεις αμφισβήτησης της χρησιμότητας του θεσμού, στο πλαίσιο της εν γένει αμφισβήτησης των Ανεξάρτητων Αρχών, παρόλο που προσωπικά και από πολιτική κουλτούρα είμαι αντίθετη.

Αντί  λοιπόν σήμερα το θέμα της συζήτησης να είναι πώς θα βελτιώσουμε τη λειτουργία του θεσμού, ποια είναι τα θέματα και τα προβλήματα που απασχολούν τους πολίτες στη σχέση τους με τις Περιφέρειες, καλούμαστε να συζητήσουμε τους λόγους της απροθυμίας της εφαρμογής τους.

Η έλλειψη ευρύτερης συναίνεσης των μελών του Συμβουλίου με τα 2/3 που απαιτούσε ο νόμος ήταν η κύρια αιτία της μη εκτεταμένης εφαρμογής του θεσμού.

Ποιοι ήταν οι πραγματικοί λόγοι απουσίας των ευρύτερων συναινέσεων;

Είναι η έλλειψη κουλτούρας συναινέσεων σε ένα πολιτικό σύστημα  που έχει μάθει να συγκρούεται και να μην μπορεί να συμφωνήσει στα μίνιμα; Μην ξεχνάμε ότι η συναίνεση, που είναι η βάση των πολιτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην ελληνική πολιτική ζωή είναι μια λέξη σχεδόν δαιμονοποιημένη, συνώνυμη της προδοσίας.

Είναι η συγκεντρωτική αντίληψη διαχείρισης των αυτοδιοικητικών υποθέσεων μέσα από ένα περιφερειαρχοκεντρικό μοντέλο διοίκησης, θυμίζω εδώ την πρόταση της Παρέμβασης για εκλογή Περιφερειάρχη από το σώμα του Περιφερειακού Συμβουλίου, όπου ένας ανεξάρτητος θεσμός δηλαδή ένα μη ελεγχόμενο από την διοίκηση πρόσωπο, μπορεί να «ενοχλεί» παγιωμένες αντιλήψεις και νοοτροπίες διαχείρισης;

Είναι η δυσκολία εξεύρεσης προσωπικοτήτων με ευρύτερο κύρος και γνώση των θεμάτων σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο;

Ή μήπως τελικά είναι οι συνολικά παγιωμένες αντιλήψεις ότι οι σχέσεις με τους πολίτες πρέπει να διατηρηθούν στο επίπεδο προσωπικών σχέσεων εξυπηρετήσεων για να συντηρούν τις σχέσεις εξάρτησης αιρετών και πολιτών με γνώμονα την επανεκλογή;

Φοβάμαι ότι τα παραπάνω ερωτήματα συμπυκνώνουν τους κύριους λόγους για τις περισσότερες περιπτώσεις αδυναμίας εκλογής Συμπαραστάτη.

Δυστυχώς και τα συλλογικά όργανα της Αυτοδιοίκησης, όπως η ΚΕΔΕ, όχι μόνο δεν συνέβαλε και δεν παρότρυνε τα Δημοτικά Συμβούλια να εκλέξουν Συμπαραστάτες, αλλά αρχικά με τη σιωπή της, και στη συνέχεια με ξεκάθαρο αίτημα της ζήτησε την κατάργηση του θεσμού, επικαλούμενη τις περικοπές που έχει υποστεί η αυτοδιοίκηση. Δεν βρίσκω ανάλογη στάση από την ΕΝ.ΠΕ βέβαια, χωρίς όμως να είμαι σίγουρη ότι ενεργητικά τον ενθάρρυνε.

Φοβάμαι ότι το επιχείρημα είναι αδύναμο γιατί η απροθυμία των Συμβουλίων είχε ήδη διαφανεί πολύ πριν τις υπερβολικές και ομολογουμένως άδικες περικοπές στην αυτοδιοίκηση.

Νομίζω ότι ο προαιρετικός χαρακτήρας του θεσμού δεν λειτούργησε προς θετική κατεύθυνση. Είναι ανάγκη να προχωρήσει άμεσα σε τροποποίηση το θεσμικό πλαίσιο με καθιέρωση του υποχρεωτικού του χαρακτήρα, διατήρηση της πλειοψηφίας των 2/3 δηλ. ευρύτερων συναινέσεων και εξασφάλιση της δημοσιονομικής αυτοτέλειας του θεσμού με ενίσχυση της χρηματοδότησης Δήμων και Περιφερειών.

Η πλήρης λειτουργία του θεσμού στο σύνολο των Περιφερειών και των μεσαίων και μεγάλων Δήμων και οι ετήσιες εκθέσεις του θα πρόσφερε σε μεγάλο βαθμό  μια έγκυρη εικόνα για την κατάσταση της ελληνικής αυτοδιοίκησης και θα αποτελούσε έναν πολύ καλό οδηγό των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων που είναι αναγκαίες για τη βελτίωση της λειτουργίας της.