Ομιλία στην 4η Γενική Συνέλευση της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας (Αθήνα, 22 Οκτώβρη 2016)

 

Από το έτος ίδρυσής της, το 1994, η Επιτροπή των Περιφερειών, η Συνέλευση των τοπικών και περιφερειακών εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιδιώκει να προσδώσει στην Ευρώπη έναν ακόμα πιο δημοκρατικό, αδιάβλητο και περιεκτικό χαρακτήρα. Πρωταρχικός στόχος της ΕΤΠ ήταν ανέκαθεν η δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα βρίσκεται σε επαφή με τους πολίτες και θα στηρίζεται από αυτούς. Η ΕΤΠ συστάθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ για την αντιμετώπιση δύο βασικών θεμάτων.

Πρώτον, το 75% της νομοθεσίας της ΕΕ έχει εφαρμογή στο τοπικό ή το περιφερειακό επίπεδο και συνεπώς είναι λογικό οι αντιπρόσωποι των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής διοίκησης να συμμετέχουν στη διαδικασία κατάρτισης των νέων κοινοτικών νόμων.

Δεύτερον, διατυπώθηκε η ανησυχία ότι η Ευρώπη προχωρούσε μεν, άφηνε ωστόσο τους πολίτες πίσω της. Ένας τρόπος για να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα ήταν να έλθουν οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι πιο κοντά στους πολίτες. Η συμμετοχική διαδικασία στη λήψη αποφάσεων, αλλά και στην εφαρμογή πολιτικών, αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση για τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Η συμμετοχική δημοκρατία αναφέρεται στην εμβάθυνση και στην ουσιαστική λειτουργία της δημοκρατίας, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την ανάπτυξη κάθε χώρας και κάθε περιοχής. Η προσχώρηση των πολιτών στην ευρωπαϊκή διαδικασία συνιστά πρόκληση για την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια οικοδομείται και η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση οργανώνεται με βάση τη συμμετοχή. Οι περιφερειακές και τοπικές αρχές είναι οι θεματοφύλακες μιας αδήριτης δημοκρατικής νομιμότητας. Λογοδοτούν άμεσα στους πολίτες, αντιπροσωπεύουν ένα εξέχον μέρος της δημοκρατικής νομιμότητας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ασκούν σημαντικό μέρος των πολιτικών εξουσιών. Άλλωστε, όπως έχουν καταδείξει κατά καιρούς διάφορες έρευνες του ευρωβαρόμετρου, η πλειονότητα των ευρωπαίων πολιτών θεωρεί ότι οι τοπικές και περιφερειακές αρχές δεν είναι μόνο το πλέον αξιόπιστο από τα επίπεδα διακυβέρνησης, αλλά και ο πλέον αρμόδιος φορέας για να εξηγήσει πώς οι ευρωπαϊκές πολιτικές επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των πολιτών. Η ΕΤΠ διασφαλίζει τη θεσμική εκπροσώπηση του συνόλου των περιοχών, των περιφερειών, των πόλεων και των δήμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει ως αποστολή την ενσωμάτωση των περιφερειακών και των τοπικών αρχών στην ευρωπαϊκή διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς και την προαγωγή της μεγαλύτερης συμμετοχής των πολιτών. Αλλά, πρωτίστως, η ΕΤΠ και τα μέλη της είναι οι πρέσβεις της Ευρώπης στις περιφέρειες, στις πόλεις και στους δήμους τους, εκπροσωπώντας τους στον ευρωπαϊκό διάλογο και συμβάλλοντας στην αποσαφήνιση και στην επεξήγηση της εφαρμογής και του εδαφικού αντίκτυπου των κοινοτικών πολιτικών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Η Συνθήκη της Λισσαβόνας έρχεται να ενισχύσει σήμερα την ΕΤΠ, παγιώνοντας τον ρόλο της ως θεματοφύλακας της αρχής της επικουρικότητας και δίνοντάς της το δικαίωμα να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εφόσον φρονεί ότι η αρχή δεν έγινε σεβαστή. Η δυνατότητα της ΕΤΠ να προσβάλλει την εγκυρότητα της νομοθεσίας, προσφεύγοντας ενώπιον των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, θα ωθήσει ακόμη περισσότερο την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μεριμνά, ώστε να ενσωματώνονται οι γνωμοδοτήσεις της ΕΤΠ στις σχετικές προτάσεις, πριν λάβουν τη μορφή νόμων. Στόχος των γνωμοδοτήσεων της ΕΤΠ είναι να επηρεάσουν τη νομοθετική διαδικασία ήδη από τα προπαρασκευαστικά στάδιά της, προτείνοντας πολιτικές προσεγγίσεις και προσανατολισμούς με βάση την πείρα και την εμπειρογνωμοσύνη των περιφερειακών και των τοπικών αρχών, οι οποίες είναι ως επί το πλείστον αρμόδιες για την εφαρμογή της νομοθεσίας. Περαιτέρω, η ΕΤΠ στηρίζεται στο Δίκτυο παρακολούθησης της επικουρικότητας, που έχει δημιουργηθεί, προκειμένου να εξασφαλίζεται έτσι ότι συμμετέχουν οι τοπικές και περιφερειακές αρχές στην επεξεργασία, εφαρμογή και αξιολόγηση των πολιτικών της ΕΕ. Ακόμα, η ΕΤΠ συμμετέχει σε όλα τα στάδια της νομοθετικής διαδικασίας, καθότι η διαβούλευση καθίσταται υποχρεωτική, όχι μόνο για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο Υπουργών, αλλά και για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Συνθήκη της Λισσαβόνας μεταβάλλει και τη σχέση της ΕΤΠ με τα άλλα όργανα της ΕΕ. Η ΕΤΠ αποκτά ενισχυμένη παρουσία σε όλα τα στάδια επεξεργασίας των νόμων της ΕΕ, από την επεξεργασία και την τροποποίηση έως την παρακολούθηση της νομοθεσίας που αφορά τις τοπικές και περιφερειακές αρχές. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται, αφενός μεν η μεγαλύτερη συμβολή στις πολιτικές της ΕΕ όλων των βαθμίδων διακυβέρνησης που βρίσκονται εγγύτερα στο κοινό, αφετέρου δε η υψηλότερη συμμετοχή των πολιτών στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Ωστόσο, η εφαρμογή των αλλαγών που προβλέπει η συνθήκη της Λισσαβόνας εξαρτάται, από την ενίσχυση του θεσμικού ρόλου της περιφέρειας. Πιο συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή περιφέρεια προκειμένου να ενδυναμώσει το ρόλο της στο ευρωπαϊκό decision making και policy making θα πρέπει να επιτύχει μία δυναμική αποκέντρωση σε επίπεδο διαχείρισης, διοίκησης και δημοσιονομικών. Για να επιτευχθεί το μεγαλεπήβολο εγχείρημα της λειτουργικής αποκέντρωσης, θα πρέπει να οργανωθεί στο πλαίσιο μίας χρηστής διακυβέρνησης που θα επιβλέπει την ποιότητα της διοικητικής οργάνωσης και θα σέβεται τα δικαιώματα του πολίτη. Η ενδυνάμωση του θεσμικού ρόλου της περιφέρειας θα πρέπει να έχει ως βάση της, την αλλαγή νοοτροπίας και πιο συγκεκριμένα τη συνειδητοποίηση της ισχύος της και το «άνοιγμά» της προς στους πολίτες. Τα τελευταία 20 περίπου χρόνια στα κράτη μέλη της Ε.Ε. και ιδίως στα κράτη της Ε.Ε. των 15, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο διοικητικό τους σύστημα, οι οποίες ανέδειξαν την Περιφέρεια στο ρόλο του προγραμματιστή της περιφερειακής ανάπτυξης. Στο πλαίσιο της Ε.Ε. στόχος είναι η δημιουργία ισχυρότερων περιφερειών, πιο «ανοιχτών» προς τους πολίτες, με ισχυρότερη φωνή στην ΕΤΠ και κατά επέκταση ενεργότερη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων της Ευρώπης.

Γιατί στην υπόλοιπη Ευρώπη, «Η Ευρώπη των περιφερειών» δεν είναι κενό γράμμα: το είδαμε πρόσφατα, όταν μία μικρή Περιφέρεια του Βελγίου, μπόρεσε να μπλοκάρει την συμφωνία ΕΕ-Καναδά, την CETA.

Προς αυτήν την κατεύθυνση πραγματοποιήθηκε και η ελληνική Διοικητική Μεταρρύθμιση (Πρόγραμμα «Καλλικράτης»), η οποία είχε διττό στόχο. Αφενός μεν, τη δημιουργία μεγαλύτερων και ισχυρότερων διοικητικών ενοτήτων (τόσο σε επίπεδο Περιφερειών, όσο και σε επίπεδων Δήμων), με απώτερο στόχο να εξυπηρετείται η αποτελεσματικότερη υπεράσπιση και διεκδίκηση των συμφερόντων των Ελληνικών περιφερειών στα αρμόδια όργανα της ΕΕ, αφετέρου δε, την ενίσχυση της συμμετοχικότητας μέσω της διαβούλευσης.

Ο Καλλικράτης ήταν ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, που αποπνέει όμως τη φιλοσοφία μίας άλλης εποχής, με διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά και διαφορετικές ανάγκες. Μετά από 6 χρόνια εφαρμογής έχουμε τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε και να εντοπίσουμε τις δυσλειτουργίες του, και σήμερα βρισκόμαστε στη φάση της διαβούλευσης του πολυνομοσχεδίου Αναθεώρησης του οικείου Υπουργείου.

Εμείς στην περσινή συνάντησή μας στην Λευκάδα καταθέσαμε λεπτομερώς τις προτάσεις μας με το βλέμμα στο μέλλον της Αυτοδιοίκησης με σκοπό την ενδυνάμωσή της και όχι την αποδυνάμωσή της και παραμένουμε πάντα παρόντες στο διάλογο και τη διαβούλευση.

Ομιλία στην 3η Γενική Συνέλευση της Ένωσης Περιφερειών (Λευκάδα, 27 Νοέμβρη). 11 συν μία προτάσεις για την αναθεώρηση του Καλλικράτη

Σήμερα, παρακολούθησα από το πρωί πολύ ενδιαφέρουσες εισηγήσεις, συναδέλφων με μεγάλη πείρα στην τοπική Αυτοδιοίκηση α’ και β’ βαθμού.

Ας δούμε, λοιπόν, ποια είναι η κατάσταση στην Ελλάδα, πέρα από ευρωπαϊκές προτροπές και ευχολόγια:

Ας ξεκινήσουμε από μια μεγάλη αλήθεια: Το κεντρικό κράτος ήθελε και θέλει να ελέγχει απόλυτα την Τοπική Αυτοδιοίκηση: και σε αυτή την επιθυμία εγγράφονται πλήθος παθογενειών. Από το γεγονός ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση θεωρήθηκε πάντα το εφαλτήριο για είσοδο στην κεντρική πολιτική σκηνή (μία θητεία Δήμαρχος ή Περιφερειάρχης και κατόπιν υποψηφιότητα για Βουλευτής), είτε υποψηφιότητες της τελευταίας στιγμής κεντρικών κομματικών στελεχών (μία τέτοια περίπτωση είναι η ομιλούσα). Κανένα Κόμμα δε σεβάστηκε την αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εξαιρετικά λίγα στελέχη της έμειναν πιστά εκ πεποιθήσεως, και όχι από συγκυρία, στην αποστολή τους. Και αυτή η συναλλαγή και υπόγεια σχέση έχει πλήθος αρνητικών παρελκομένων: ας είμαι συγκαταβατικός με τον Υπουργό, ας μην είμαι διεκδικητικός, αύριο θα χρειαστώ στο εσωκομματικό παιχνίδι τη στήριξή του. Και φυσικά όλα τα παραπάνω δε σημαίνουν κατάθεση της κομματικής ταυτότητας, αλλά απαιτούν να λειτουργεί κάποιος πρώτα ως αυτοδιοικητικό στέλεχος και μετά ως κομματικό.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για νέο μοντέλο διακυβέρνησης σε επίπεδο περιφέρειας, ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο ζήτημα, χωρίς οριοθέτηση αρμοδιοτήτων: Απαιτείται αποκεντρωμένη λειτουργία στην πράξη και όχι στα χαρτιά. Και αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα κατάργηση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και πόρους. Συζητάμε για μεταφορά της Δημόσιας Υγείας στις Περιφέρειες. Για μεταφορά πόρων, προσωπικού και δε συζητάμε με τι πόρους θα γίνουν όλα αυτά, τη στιγμή που το προσχέδιο προϋπολογισμού για το 2017 προβλέπει μείωση κατά 25.000.000 ευρώ. Και ας θυμηθούμε εδώ την παρότρυνση τόσο της Επιτροπής Περιφερειών της ΕΕ όσο και του Κογκρέσου Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών «Διεκδικείστε από τις κυβερνήσεις σας τα χρήματα που σας ανήκουν».

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s